Ο λοιμός στην Αθήνα (Β’) : οι επιπτώσεις στην καθημερινότητα και τα ήθη

Θουκυδίδης, Ἱστορίαι 2.51 – 54
[Μτφρ. Έλλης Λαμπρίδη : Θουκυδίδου Ιστορία I – IV, Γκοβόστης, Αθήνα 1962]

Βλ. και Ο λοιμός στην Αθήνα (Α’) : προέλευση και συμπτώματα


51 Τέτοια λοιπόν ήταν στις μεγάλες γραμμές η μορφή της αρρώστειας, μ’ όλο που παρέλειψα πολλά γνωρίσματα ασυνείθιστα και παράξενα, που τύχαιναν να παρουσιαστούν διαφορετικά στον ένα από τον άλλον. Και καμιά άλλη από τις συνειθισμένες στενοχώριες δε βασάνιζε τον κόσμο εκείνο τον καιρό· γιατί κι αν τύχαινε να παρουσιαστεί καμιά, κατέληγε σε τούτην-εδώ. Και πέθαιναν οι άνθρωποι, άλλοι χωρίς περιποίηση, κι άλλοι που είχαν κάθε δυνατή φροντίδα. Και δε βρέθηκε κανένα γιατρικό, που να μπορεί κανείς να πει πως είναι το γιατρικό της αρρώστειας αυτής, που έμελλε χωρίς άλλο να βοηθήσει τον άρρωστο αν του το ‘δινε (γιατί ό,τι ωφελούσε τον ένα, το ίδιο αυτό πράμα χειροτέρευε τον άλλον), και καμιά ανθρώπινη κράση δε φάνηκε από μόνη της άξια ν’ αντισταθεί στην αρρώστεια, είτε ήταν πολύ δυνατή, είτε τόσο αδύνατη ώστε να μην την πιάσει το κακό αλλά τους εσάρωσε όλους, κ’ εκείνους ακόμη που είχαν την πιο περιποιημένη δίαιτα και τρόπο ζωής. Χειρότερο απ’ όλα ήταν η κατάθλιψη που έπιανε τον καθένα μόλις ένιωθε πως αδιαθετούσε (γιατί η ψυχική τους κατάσταση γύριζε τότε στην απελπισία, κι αφήνονταν πολύ περισσότερο από μιας αρχής και δεν αντιδρούσαν) καθώς κι ότι ο ένας γέμιζε μόλεμα από τον άλλον που περιποιόταν και πέθαιναν αράδα σαν τα πρόβατα· και τη μεγαλύτερη φθορά την προξενούσε τούτο: αν δηλαδή δεν ήθελαν να πλησιάσουν ο ένας τον άλλον από φόβο μην κολλήσουν, πέθαιναν οι άρρωστοι μόνοι κ’ έρημοι· κι άδειασαν έτσι πολλά σπίτια γιατί δεν ήταν κανείς να τους κοιτάξει· κι αν πάλι επικοινωνούσαν, τους χαλούσε η αρρώστεια, και περισσότερο εκείνους που ήθελαν να φερθούνε καθώς πρέπει· γιατί ντρέπονταν να δείξουν πως λογαριάζουν τον εαυτό τους και πήγαιναν κοντά στους αγαπημένους τους. Αφού ακόμα και τα μοιρολόγια των πεθαμένων τα παράτησαν στο τέλος και οι ίδιοι oι συγγενείς τους, αποκαμωμένοι από τη μεγάλη συμφορά. Όμως εκείνοι που είχαν περάσει την αρρώστεια κ’ είχανε σωθεί, αυτοί σπλαχνίζονταν περισσότερο και τους ετοιμοθάνατους κι όσους ψήνονταν από το κακό, και οι ίδιοι δε φοβούνταν πια· γιατί δεν έπιανε η αρρώστεια δυο φορές τον ίδιον άνθρωπο, ώστε να τον θανατώσει. Και τους μακάριζαν οι άλλοι, κι αυτοί οι ίδιοι απ’ τη μεγάλη τους χαρά για τη σωτηρία τους σ’ αυτή την περίσταση είχαν την μάταιην ελπίδα πως για πάντα δε θενά πέθαιναν ούτε κι από καμιάν άλλην αρρώστεια.

52 Κοντά στα βάσανα της στιγμής τους τυραννούσε και η συγκέντρωση των κατοίκων από την εξοχή στην πολιτεία κ’ υπόφεραν περισσότερο οι πρόσφυγες. Γιατί επειδή δεν υπήρχαν αρκετά σπίτια, παρά έμεναν σε πνιγηρές παράγκες και ήταν κι όλας καλοκαίρι, πέθαιναν χωρίς να μπορούν να τηρηθούν οι ευπρέπειες, αλλά και πεθαίνοντας έπεφταν οι νεκροί απάνω στα πτώματα, κι άλλοι ψυχομαχούσαν τριγυρίζοντας μέσα στους δρόμους, κι από την ακράτητη δίψα τους μαζεύονταν μισοπεθαμένοι γύρω σ’ όλες τις βρύσες. Και οι ναοί όπου είχαν κατασκηνώσει ήταν γεμάτοι νεκρούς που είχαν ξεψυχήσει εκεί μέσα γιατί όταν παράγινε το κακό, μην ξέροντας πια τι θ’ απογίνουν, οι άνθρωποι το γύρισαν στην αψηφισιά για τα θεία και τις θρησκευτικές απαγορεύσεις· κι όλες οι κανονικές τελετές, που συνειθίζονταν άλλοτε στις κηδείες, έγιναν άνω-κάτω, και τους έθαβαν όπως μπορούσε ο καθένας. Και πολλοί κατάντησαν να κηδεύουν τους δικούς τους χωρίς καμιά ντροπή, γιατί τους έλειπαν τα χρειαζούμενα, αφού τους είχαν κι όλας πεθάνει τόσοι συγγενείς· άλλοι προλάβαιναν ξένους που σώριαζαν ξύλα για να κάψουν το νεκρό τους, κ’ έβαζαν απάνω το δικό τους, κι άναβαν τη φωτιά από κάτω, άλλοι, ενώ καιγόταν κι όλας ξένος νεκρός έριχναν από πάνω το δικό τους και το ‘βαζαν στα πόδια.

53 Και σε άλλα πράματα έδωσε η αρρώστεια την κυριότερη πρώτη αφορμή για παρανομίες· γιατί τολμούσε κανείς πιο εύκολα εκείνα που προτήτερα κρυβόταν να κάνει φανερά για το κέφι του, ή δεν τα ‘κανε διόλου, βλέποντας πως γύριζε η τύχη γρήγορα· αφού οι πριν ευτυχισμένοι πέθαιναν ξαφνικά, κι όσοι άλλοτε δεν είχαν τίποτα, κληρονομούσαν ευθύς τις περιουσίες τους. Κ’ έτσι ζητούσαν να βρουν και να χαρούνε γρήγορα ό,τι τους ευχαριστούσε, και πίστευαν πως τόσο η ζωή όσο κ’ οι περιουσίες είναι περαστικά πράματα. Και κανένας πια δεν είχε όρεξη να κοπιάσει από τα πριν για κάτι που του είχε φανεί ωραίο, νομίζοντας πως ήταν πολύ αβέβαιο αν δε θα πέθαινε πριν το φτάσει· αλλά η ευχαρίστηση της στιγμής και το κέρδος με οποιοδήποτε μέσον για να την απολάψουν αμέσως, αυτό κατάντησε να θεωρείται και ωφέλιμο και σωστό. Και κανένας φόβος των θεών ή νόμος των ανθρώπων δεν τους συγκρατούσε πια, γιατί έκριναν πως το ίδιο κάνει είτε σέβονται τα θεία είτε όχι, βλέποντας πως χάνονταν όλοι το ίδιο· κι όσο για τα εγκλήματα, δεν περίμεναν πως θα ζήσουν ώσπου να γίνει η δίκη και να τα πληρώσουν με την τιμωρία που θα τους έβαζαν, πιστεύοντας πως πολύ μεγαλύτερη ήταν η καταδίκη που είχε ψηφιστεί ενάντιά τους και κρεμόταν τώρα πάνωθέ τους, που πριν πέσει επάνω τους, τους φαινότανε φυσικό να χαρούν και κάτι απ’ τη ζωή.

54 Έχοντας λοιπόν καταντήσει σε τέτοια παθήματα, τυραγνιούνταν οι Αθηναίοι, γιατί πέθαιναν οι άνθρωποι μέσα στην πολιτεία και ρημαζόταν η γης τους απ’ έξω. Και μέσα στα βάσανά τους, όπως ήταν επόμενο, θυμήθηκαν και τούτο το στιχάκι, που έλεγαν οι γεροντότεροι πως το τραγουδούσαν άλλοτε: «Πόλεμος θά ‘ρθει Δωρικός, και μαζί μ’ αυτόν λιμός». Και πολλές συζητήσεις άναβαν κι άλλοι υποστήριζαν πως δεν έλεγε ο στίχος λοιμό, επιδημία, αλλά λιμό, πείνα, υπερίσχυσε όμως η γνώμη, όπως ήταν φυσικό, απ’ ό,τι δοκίμαζαν τότε, πως η λέξη ήταν λοιμός· γιατί οι άνθρωποι θυμούνταν ανάλογα μ’ αυτά που τους τύχαιναν. Μου φαίνεται δηλαδή πως αν καμιά φορά έρθει άλλος Δωρικός πόλεμος ύστερ’ από τούτον και τύχει να πέσει πείνα, θα τον τραγουδήσουνε με το «λιμός», όπως θα τους φαίνεται πως ταιριάζει. Θυμήθηκαν τότε όσοι τον ήξεραν και το χρησμό που δόθηκε στους Λακεδαιμονίους, όταν ρώτησαν το θεό αν πρέπει να πολεμήσουν, και τους προφήτεψε πως αν πολεμήσουνε μ’ όλη τους τη δύναμη, θα βάλει, είπε, κι αυτός το χέρι του. Συμπέραιναν λοιπόν πως όσα γίνονταν έμοιαζαν με τα λόγια του χρησμού· η αρρώστεια έπεσε μόλις είχαν εισβάλει οι Πελοποννήσιοι. Στην Πελοπόννησο όμως δεν έπεσε, εξόν από ελάχιστες περιπτώσεις, που δεν αξίζει τον κόπο να τις αναφέρει κανείς, αλλά ήταν βαρειά στην Αθήνα, το περισσότερο κ’ ύστερα και σ’ άλλα μέρη με σχετικά πυκνότερο πληθυσμό. Αυτά λοιπόν ήταν όσα έγιναν με την αρρώστεια.

Advertisements
This entry was posted in ΘΟΥΚΥΔΙΔΗΣ, Ιστορίαι. Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s